ελαφρύνω


ελαφρύνω
[элафрино] ρ. облегчать

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ελαφρύνω" в других словарях:

  • ἐλαφρύνω — ἐλαφρύ̱νω , ἐλαφρύνω make light aor subj act 1st sg ἐλαφρύ̱νω , ἐλαφρύνω make light pres subj act 1st sg ἐλαφρύ̱νω , ἐλαφρύνω make light pres ind act 1st sg ἐλαφρύ̱νω , ἐλαφρύνω make light aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελαφρύνω — (AM ἐλαφρύνω) 1. κάνω κάτι ελαφρό, αλαφραίνω 2. καθιστώ ευκολότερο κάτι μσν. νεοελλ. ανακουφίζω κάποιον από θλίψη, κόπους, δαπάνες …   Dictionary of Greek

  • ἐλαφρυνούσης — ἐλαφρύνω make light fut part act fem gen sg (attic epic) ἐλαφρῡνούσης , ἐλαφρύνω make light pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρῦνον — ἐλαφρύνω make light pres part act masc voc sg ἐλαφρύνω make light pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρυνθῆναι — ἐλαφρύνω make light aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρυνθῆτε — ἐλαφρύνω make light aor subj pass 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρυνθῇ — ἐλαφρύνω make light aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρυνθήσεται — ἐλαφρύνω make light fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρῦναι — ἐλαφρύνω make light aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλαφρύνθη — ἐλαφρύνω make light aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)